Σεπτεμβριάδες, οκτωβριάδες, έλεγε ο πατέρας
κι άπλωνε το βλέμα στον ορίζοντα
λες και τους άκουγε που ερχόταν ,
σαν κανταδόροι…
μα εμένα σαν γριάδες μου ακούγονταν.
Τότε ήταν που η μητέρα άνοιγε το μικρό θησαυροφυλάκιο
με τα σπορικά,
πάντα φύλαγε ένα μικρό κομπόδεμα από το κάθε είδος.
Τα διάλεγε μ’ ευλάβεια θρησκευτική , κι ύστερα
σ’ ένα πανί βρεγμένο, περίμενε να «σκάσει ο φυτρούλακας».
Περίμενα κι εγώ αυτό το θαύμα να συμβεί ,
την έκρηξη ν’ ακούσω , μα δεν το αξιώθηκα ποτέ.
Πάντα μου έχανα εκείνη τι στιγμή
ή…ίσως έγινε , δεν θυμάμαι κι απόμεινα κουφός.
Ιωάννης Βεϊσάκης 15-10-2015
ή…ίσως έγινε (-) δεν θυμάμαι (-) κι απόμεινα κουφός.