Είχε κατέβει η δροσούλα χαμηλά στη λαγκαδιά
Από τις καμινάδες των σπιτιών ο καπνός ανέβαινε μέχρις εκεί
κι έφτιαχναν μαζί με τη δροσούλα ένα άλλο ουρανό κάτω από τον ουρανό.
Τα σπίτια της μικρής πολίχνης κρέμονταν με τον καπνό τους
από αυτό τον άλλο ουρανό
Ακόμη κι ο Άγιος με το καμπαναριό του κρέμονταν από αυτόν.
Μια πολίχνη δίπλα στην πόλη
ένας ουρανός κάτω από άλλον
ένα όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο
ένα θαύμα φυλαγμένο κάτω απ’ τα παιδικά βλέφαρα.
Μερικά σπίτια φορούν ακόμη λίγα κεραμίδια με καμάρι
μα οι πόρτες τους χάσκουν και γουρλώνουν τα παράθυρα
νεκροί που αντιστέκονται τελικά να ξεψυχήσουν.
Από που να ‘βγεί η ψυχή τους κι άραγε να αποδημήσουν σε ποιόν τάχα ουρανό;
….
Μέρες Αυγούστου και γεμίζουν τα καράβια
με φωνές, χαμόγελα και προσδοκίες παραθερισμού.
Όλο και περισσότεροι κινούν για τα χωριά τους
όλο και λιγοστεύουν εκείνοι που τους καρτερούν.
Ιωάννης Βεϊσάκης 16-8-2024