Τα βήματα μας σύραμε στον κάμπο

πάνω στη φλογισμένη σκόνη να χορέψουμε

στο χώμα μια προσευχή,

να φέρει ο ρυθμός μας σύνεφο και μπόρα.

Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν στον πάτο

του πατρογονικού μας πηγαδιού την ανυδρία

κι ήταν η απορία που μας κάρφωνε τα πόδια

και στην καρδιά μας πάγωσε του ήλιου την πυρά.

Το ραγισμένο δευτερόλεπτο αποκρατούσα

σαν ίσκα εψηλαφούσα για μιαν αστραπή στη σκέψη

κι ωσάν βρεφοκρατούσα εσύ

μια κοιμωμένη άρκτο.

Το τραίνο που έναν σκοπό μας σφύριζε

πήρε τον σταθμό μαζί του και τώρα σφυρίζει αδιαφορία

ανασ’ανάσα ανάσ’ ανά τις ράγες του πήρε γι αλλού,

του κάμπου μείναν τα τοπία ανέπαφα

κι εμείς δακρύων εποχούμενοι βροχοποιοί.

 

Ιωάννης Βεϊσάκης 25-4-2018