Το φως πλέον δεν πήγαινε μακρυά ,

γρήγορα επέστρεφε στα μάτια

σαν το παιδί στην αγγαλιά της μάνας,

κι εσφάλιζε ξωπίσω τα ματόφυλλα να μείνει ακέραιος ο κόσμος

ο μέσα τους

κι ο εκτός.

Γαλάζιες καλημέρες , χρυσές καληνύχτες ,

χειμώνες μέλανθοι  ,’νοιξοκαλόκαιρα των θορύβων ‘

όλα τα ‘ονειρα που γίναν παραμύθια

κάστρα και καταιγίδεςγια τα σιωπηλά διγήματα.

Είναι η ώρα να κληθούν τα θηράματα που επέζησαν

να τους διανεμηθούν ως ένα ενθύμιο ζωής

του θηρευτή τα νύχια να ξορκίζουν το κακό.

Είναι η ώρα

τ’αγέρι που όλα τα χρόνια του χάϊδευε τη χαίτη

για να κυματίζει

απ’το διανεμητήριο να λάβει

τον τελευταίο βρυχηθμό

ύστατο χαίρε μαζί να ταξιδεύει

λαμπαδηδρόμος του φωτός.

 

Ιωάννης Βεϊσάκης 4-12-2017