Μάζευε νότες ορφανές, απόκληρες, χαμένες.
Έξω από σαλόνια με λογοτεχνικές βραδυές και τέϊα κυριών,
έξω από καπηλιά με τις βρισιές των μεθυσμένων,
έξω από τσαντήρια με ερωτοτράγουδα και με καυγάδες γύφτων.
Μάζευε νότες άηχες
έξω απ΄της ζωής την παρτιτούρα.
Με αυτές θα έφτιαχνε το ποίημα…

Έτσι έκαναν οι παλιοί οι ζωοκλέφτες,
στων ζώων τα κουδούνια έβαζαν βαμβάκι τη νύχτα,
ένα και δυό σαν έκλεβαν να φτιάξουν το δικό τους το κοπάδι,
εκ περισυλλογής οι αναμαζωχτάδες.
» Ήρθε η ώρα να γίνεις ποιητής » είπε
και μού΄δωσε μια μπάκα να μαζεψω τα μπαμπάκια.
» Το ποίημα θα πρέπει ν΄ακουστεί ,
όχι οι φωνές της αγοράς από τους λαλητάδες»

Μια ρόδινη ηδονή ανέτειλε στα μάτια του
ένα πλατύ χαμόγελο μεγάλωσε τη μέρα!!!!

Ιωάννης Βεϊσάκης 4-6-2015