Να βλέπω
Από της λεύκας φύλλο το χνουδάτο
να σου χαρίσω
μες το σκοτάδι , με δάκτυλα τυφλού
το έφηβο λευκό σου να γνωρίζω.
Μου κρύβεσαι
σαν γέννα του χειμώνα
χωμένη στ’άσπρα γένια του
και με στολίδια της βελανιδιάς κρουσώνες.
Μου κρύβεσαι
σαν γέννα του χειμώνα
χωμένη στ’άσπρα γένια του
και με στολίδια της βελανιδιάς κρουσώνες.
Μου κρύβεσαι
με νότες ρετσίνας , τον ήλιο καθ-ηλώνω να μεθάει
να λειώνει στο ίδιο το κρασί του
στη λαύρα του μεσημεριού κοχλάτος,
στη λαύρα του μεσημεριού κοχλάτος,
στων τζιτζικιών την χαύρα.
Μου κρύβεσαι,
στου Αυγούστου την εξόδιο ακολουθία
και στρώνεις πλατανόφυλλα τον ουρανό,
έναν καφέ-συγχώριο σε τούτη την πλατεία
ακόμη
ο χάρτης δείχνει πάμε για φθινόπωρα
κι ο πλάτανος τα ζώδια θα γράφει.
Μου απέμεινε,
το βελουδένιο μαύρο των ματιών
και πάλι
μου κρύφτηκες
στον κόμπο της μαντήλας της γιαγιάς
είχε καλή γητειά για το κακό το μάτι.
Μου κρύβεσαι,
στου Αυγούστου την εξόδιο ακολουθία
και στρώνεις πλατανόφυλλα τον ουρανό,
έναν καφέ-συγχώριο σε τούτη την πλατεία
ακόμη
ο χάρτης δείχνει πάμε για φθινόπωρα
κι ο πλάτανος τα ζώδια θα γράφει.
Μου απέμεινε,
το βελουδένιο μαύρο των ματιών
και πάλι
μου κρύφτηκες
στον κόμπο της μαντήλας της γιαγιάς
είχε καλή γητειά για το κακό το μάτι.
Ιωάννης Βεϊσάκης 20-8-2014