κι άσκωνες με τον δικό σου αέρα
τον χρόνο περισσότερο ν’ανοίξει
να συνχωρέσει κι άλλους με τα ‘ζά τους.
Και ισοροπούσες
του πικραμύγδαλου τη γεύση
φτερούγιζες,πατούσες με τις φτέρνες
στου ακροκέραμου ακμή
του κεραυνού την έλευση ζητούσες
για να βουτήξεις
μες τους αφρούς τους φλύαρους
σιωπές ψαριών ν’αφουγκραστείς,
αμφίβιο πετούμενο
το ύφως διαμελίζοντας…
κι έσερνες του έρωτα το σώμα
στην πρώιμη του φθινοπώρου λάσπη
να ασπάζεται τη γόνιμη γραφή σου
μια εισπνοή η πληρωμή σου
υπομονή ως έλεος
ώς ηγεμών συγχώρεση!!

Ιωάννης Βεϊσάκης 6-12-2013