Κοίτα τα ρόδια έσκασαν
τους φαίνονται τα δόντια
και μέσα στ’αναφυλητά
«δέν είναι άσπρα»έλεγα
και ξέσπαγα στα γιέλια.

Ακου σπουργίτια κελαηδούν
μπορεί και χελιδόνια
πάρε το αναγνωστικό
χαρτί τετράδιο στυλό
ντύσου καινούρια χρόνια.

Τα δάκτυλα που έστριβαν
του λύχνου το φυτίλι
τα ίδια ήταν που φώτιζαν
την σκοτεινιά στο άγνωστο
σαν έπεφτε το δείλι.

Το ζυμωμένο το ψωμί
ζεστό απ’τη ματιά σου
το φύσαγες και έπαιρνε
ζωή απ την πνοή σου

Μές τη σιγαλιά της νύχτας
μού ‘ταξες δικό μου αστέρι
έστηνα αυτί ν’ακούσω
τί ήθελε για να μου πεί
και αποκοιμώμουν έτσι
μέσα στο δικό σου χέρι

Τέλειωσε το παραμύθι
ήρθε ο μύθος σοβαρός
στ’ άγνωστα να οδηγήσει
να περάσει ο καιρός.

Ολες μου οι Κυριακές
γίνανε πιά Δευτέρες
όλες οι όμορφες αυλές
είναι από μητέρες.

Ιωάννης Βεϊσάκης 3-4-2013