Φίλες και φίλοι,

Με πολλή χαρά βρίσκομαι απόψε εδώ για να μοιραστώ μαζί σας ό,τι ορίζει απλά και ουσιαστικά ο φίλος Λευτέρης ως ποίηση, «ένα παλιό μεράκι που κατά καιρούς το μοιράζεται με φίλους». Ποίηση λοιπόν =καιρός και μοιρασιά, χρόνος δηλαδή και μοίρα (σύμφωνα με την ετυμολογία του μοιράζω), με φίλια όντα τους ανθρώπους. Σε αυτήν την τράπεζα της φίλιας σχέσης, με χρήματa όμως τα ρήματα και με μνημόνιο την ένυδρη μνήμη μιας τέχνης αρχαίας που συναντά την ανάσα μας την ίδια, μας καλεί ο Λευτέρης με την πρώτη του συλλογή Σορόκο Λεβάντες από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Τόσο το όνομα του εκδοτικού οίκου όσο και ο τίτλος της συλλογής παραπέμπουν στη διαδικασία του ταξιδίου, ενός ταξιδιού που πραγματοποιείται με την ποίηση μέσα στη γλώσσα και μέσα από τη γλώσσα, εν προκειμένω μέσα και μέσω της γραφής. Αυτό το προσωπικό ταξίδι στη χώρα του ρητού και του άρρητου καταθέτει και εκθέτει ο Λευτέρης με το πρώτο του βιβλίο. Ναυτίλος της ζωής ναυλώνει την ευαισθησία μας με τον νοτιανατολικό άνεμο της ποίησης (τούτο σημαίνει σορόκο λεβάντες) για ν’ ακούσουμε τον παφλασμό τού απ’ αλλού φερμένου εαυτού μας, αλλά και τον παφλασμό του άλλου που συμβαίνει να ‘ναι μαζί μας ή πιο μακριά μας, ως πρόσωπο δεύτερο ή τρίτο στη ζωή μας. Αυτός ο παφλασμός του εαυτού μας και του άλλου δεν είναι παρά ο υγρός ήχος της ποιητικής συνομιλίας των σωμάτων μας και των ψυχών μας. Αυτή την υγρή συνομιλία προτείνει ο Μιχελάκης στο πρώτο του κιόλας ποίημα της συλλογής. Το ποίημα έχει τον τίτλο Συνομιλία.(Το διαβάζω).

Ο λόγος-σταγόνα που πέφτει πάνω μας είναι ο ίδιος ο λόγος της ποίησης, για να ποτίσει, για να παραμυθήσει, για να υγράνει την ψυχή μας, για να βλαστήσει τον έσω αγρό μας, που κοντεύει να γίνει χέρσος. Θυμάμαι τον ποιητή Κατσαρό και την προφητική συμβουλή του «πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον θα ‘χει πολλή ξηρασία». Αυτό το νερό στην αυχμηρότητα και ξηρασία των ημερών μας παίρνουμε απόψε από τη δροσερή πηγή της πρώτης γάργαρης συλλογής του Λευτέρη. Διαβάζω ενδεικτικά: «Στο νερό που σου κράτησα /ξεδιψάω τ’ ανείπωτα», «φοράω το πέλαγος /κατάσαρκα/ κι ένα κλαδί ελιάς/για να μιλάμε».

Αν πράγματι εστιάσουμε στη συλλογή, θα δούμε ότι ένα από τα βασικότατα μοτίβα της είναι η χρήση υγρών λέξεων, με κυρίαρχη τη λέξη βροχή και νερό. Αυτά τα βρεγμένα ποιήματα καταθέτουν την ποιητική αλήθεια του Μιχελάκη. Διαβάζω από το ποίημα Βρεγμένα σημάδια:

Αλήθεια έλεγε το νερό

Αγάπης λόγος παρών

Στον Άγιο Τίτο ξημέρωσε

Κι ήθελα τόσο να σ’ αγκαλιάσω.

Όμως η ποιητική αλήθεια του Λευτέρη δεν αφορά μόνον σε ένα ποιητικό εγώ που την ανακοινώνει αλλά και σε ένα εσύ στο οποίο και την απευθύνει, ερωτικά μάλιστα. Σχεδόν σε όλα τα ποιήματά του υπάρχει πάντοτε ένα β΄ πρόσωπο, ερωτικό πρόσωπο που τα σαρκώνει με την ερωτική του παρουσία ή απουσία. Γι΄ αυτό και ο Μιχελάκης είναι βαθιά ερωτικός ποιητής, με μια γλώσσα σφύζουσα και άμεση, πηγαία και δροσερή, μια γλώσσα που ανεβαίνει στο σώμα και φτάνει στα χείλη. Έτσι σου δημιουργείται έντονα η αίσθηση ότι για τον Μιχελάκη η πρώτη ύλη του κόσμου, η ποιητική δηλαδή ύλη, δεν μπορεί παρά να είναι ερωτική, η πρώτη γραφή δεν μπορεί παρά να είναι η αφή των σωμάτων, η πρώτη ανάγνωση δεν μπορεί παρά να είναι η γύμνιά τους.

Αλλά η ποιητική γλώσσα του Λευτέρη ξέρει παράλληλα να καταδύεται όχι μόνον στα μυστικά του έφηβου και του ενήλικου αλλά και στο «παλιό πιθάρι/με τα ξερά τα σύκα και την /ξανθή σταφίδα» της παιδικής ηλικίας, όπου φωτογραφίες των παππούδων, στέρνες με πικροδάφνες και χιλιάδες αστέρια. Αυτή η γλώσσα, ως επί το πλείστον απλή, καθημερινή, από όπου όμως δεν απουσιάζουν ενίοτε τολμηροί υπερρεαλιστικοί απόηχοι και συνειρμοί (βλάβες επίτοκες, βρεγμένα αξιόγραφα, αταξίες θροϊζουσες), γλωσσοπλασίες (Απονέμησις, επιτοίχιος γραφή) και αποφθεγματικές διατυπώσεις (ο χρόνος μέτρο/που καθορίζεται/ από τη συχνότητα/ των ονείρων/ και ποτέ από τη δικαίωσή τους), θεματοποιεί τόσο το απτό και συγκεκριμένο όσο και το άυλο και αφηρημένο. Από το βίωμα στην έννοια και από την έννοια στο βίωμα, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο ποίημα Λανθάνουσα νόηση:

Μιλούσες σιγά, δροσερά

Θύμωνε η φρόνηση, τολμούσε η περίληψη

Στην αυλή του κόσμου έψηναν κουλουράκια

Με άρωμα τριαντάφυλλο

Έτσι η ποίηση του Μιχελάκη διαλαμβάνει, όπως κάθε πηγαία ποίηση, προσωπικά βιώματα, τα οποία όμως στην παρούσα πρώτη συλλογή του πόρρω απέχουν από την πολιτική και κοινωνική συμμετοχή του στο τοπικό γίγνεσθαι. Αν έχω προσέξει καλά, μόνο σε ένα ποίημα «Σιωπή του φωτός» γίνεται λόγος για πλατεία και οδοφράγματα, αλλά και τότε το στήσιμο του ποιήματος δεν σου επιτρέπει να το δεις αμιγώς, με πολιτικούς δηλαδή όρους μόνον. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η πολιτική υποχωρεί στην ποιητική ιδεολογία ή απλώς συσσωματώνεται ως μέλλων καρπός στο ριζικό σύστημα του ερωτικού, ποιητικού συναισθήματος που «απειλεί» κάθε φορά, εύχυμο καθώς είναι, να αλλάξει τον κόσμο;

Το μέγιστον μάθημα για τον Λευτέρη είναι ο έρωτας και κατά τούτο ο καλύτερος μαθητής της ζωής είναι ο ερωτευμένος άνθρωπος, ο συγκινημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος των συναισθημάτων. Υπό την έννοια αυτή, η ερωτική συγκίνηση απέναντι στη ζωή δεν μπορεί παρά να είναι η αρχέτυπη πολιτική ιδεολογία μας, η αρχέτυπη πολιτική λειτουργία μας. Φαίνεται λοιπόν πως ο Λευτέρης στην πρώτη του συλλογή επέλεξε ή επελέγη από μια ποίηση που «όσο ακόμα βρίσκεται σε επαφή με τις απαρχές της -τις αισθήσεις και τη φωνή-διαφεύγει με κάποιον τρόπο την ιστορία [καθώς] προηγείται χρονικά από όλες τις γνωστές δομές της ιστορίας και της οικονομίας». (Durs Grunbein).

Αγαπητοί φίλοι,

Αγαπητέ Λευτέρη,

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της κατ’ ανάγκη σύντομης περιδιάβασης στην ποίησή σου, επιτρέψτε μου να κλείσω με το τελευταίο ποίημα της συλλογής, Τ’ άλογά μου, ένα ποίημα πολλαπλής ανάγνωσης (Το διαβάζω.)

Λευτέρη,

Καμαρώνουμε κι εμείς μαζί σου, επιδέξιε αλογάρη, στο λευκό χαρτί τ’ άλογά σου, τα ατίθασα άλογα της ποίησης και γλιστράμε στο σώμα της, καθώς αλλάζουμε στίχο.

Ο κόσμος, όπως λες, θα έχει συνέχεια, μπορεί να είναι αυστηρές των ημερών οι χρεώσεις, αλλά εμείς, έτσι το προτείνεις,θα «φυλάξουμε στο γραπτό /τις τελευταίες οικονομίες /και το πράσινο της άνοιξης